Κώστας Ντιός

  • Βιογραφικό
  • Έργα
  • Εκθέσεις
  • Αναφορές

O  Kώστας  Ντιός  γεννήθηκε  στη   Σιάτιστα  Κοζάνης  το  1959. 

Σπούδασε στην  Ecole  Nationale  Supérieure  des  Beaux – Arts  στο  Παρίσι  (1978 -1984), γλυπτική στο  εργαστήριο  του César   και  ζωγραφική  στο  εργαστήρι  του Οlivier  Debré. Από το 1996 μέχρι το 2002 ήταν καλλιτεχνικός υπεύθυνος  στο εικαστικό  εργαστήρι  του δήμου Κοζάνης.  Από  το  1991  εργάζεται  στη  Μέση  Εκπαίδευση σαν καθηγητής καλλιτεχνικών μαθημάτων. Συμμετείχε σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και ,κατά τη  διάρκεια των σπουδών του, στη Γαλλία.

1981   Realites Nouvelles, Παρίσι

1982   Maison des Beaux Arts, Παρίσι

1982   Realites Nouvelles, Παρισι

1983   Ελληνικό Προξενείο Παρισίων

1983   Cite Univercitaire, Παρίσι

1983   Maison des Beaux Arts,Παρίσι

1983   Realites Nouvelles,Παρίσι

1991   Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο, Θεσσαλλονίκη

1992   Κοζάνη,(Ατομική)

1995   Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης,Φλώρινα,(Ατομική)

1996   Γκαλερί ''Ειρμός"",Θεσσαλονίκη(Ατομική)

1997   "Οψεις της εικαστικής δημιουργίας στη Θεσσαλονίκη μετά το 1960''Οργανωτική επιτροπή κρατικού μουσείου

             σύγχρονης τέχνης-Ο.Π.Π.Ε.Θ.'97,Θεσσαλονίκη

1997   Το αστικό τοπίο στην Ελληνική ζωγραφική,Γκαλερί ''Ειρμός'', Θεσσαλονίκη, Ο.Π.Π.Ε.Θ.'97

1997   ''Ιχνος-γραφή".Αίθουσα τέχνης "Παρατηρητής",Θεσσαλονίκη

1998   "Το φιλί που λείπει-Μύθος και ερωτισμός στα βόρεια προάστια της Ελλάδας",Αίθουσα τέχνης"Ζεύξις",Θεσσαλονίκη

1998   "ART ATHINA 6"με τη γκαλερί "Ειρμός"Αθήνα

2000   Γκαλερί "Ειρμός"Θεσσαλονίκη,(Ατομική)

2000   Εργαστήρι τέχνης,Καβάλα,(Ατομική)

2004   Εργαστήρι τέχνης,Καβάλα,(Ατομική)

2005   Μακεδονικό μουσείο σύγχρονης τέχνης,"Διάλογοι",Θεσσαλονίκη

2005   Γκαλερί "Ειρμός",Θεσσαλονίκη,(Ατομική)

2008   Πινακοθήκη Κυκλάδων,Ερμούπολη Σύρου,(Ατομική)

2008   Αρχαιολογικό μουσείο Αιανής,(Ατομική)

2009   Γκαλερί Φωτοπούλου,Αθήνα,(Ατομική)

2010   Γκαλερί "Ειρμός",Θεσσαλονίκη,(Ατομική)

2010   Γκαλερί "Εικαστικός κύκλος",Αθήνα,(Ατομική)

2017   Τραμπαντζειο γυμνάσιο Σιάτιστας,(Ατομική)

  • Με τον Κώστα Ντιο γνωριζόμαστε από την εποχή του Παρισιού, δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70.

Στο Παρίσι,  δεν συναντιόμαστε τακτικά.

Επιστρέφοντας όμως στην Ελλάδα, αρχές του 80 και αναζητώντας συνδέσεις με τη Γαλλία από όπου φύγαμε αμφιβάλλοντας έως και σήμερα, αν η απόφαση αυτή ήταν η σωστή, πέσαμε επάνω στον Ντιο που μαζί με άλλους φίλους που είχαν επιστρέψει, συνέβαλε θετικά στο να διαχειριστούμε τη νοσταλγία για το Παρίσι, που μας καταλάμβανε κατά διαστήματα.

Έτσι, άρχισε να χτίζεται η φιλία μας, με αμοιβαία εκτίμηση –ελπίζω– διανθισμένη με μικρές διασκεδαστικές ή συγκινητικές ιστορίες.

Ο Ντιος έμενε στη Σιάτιστα, αρχικά. Πήγαμε λοιπόν εκεί, μετά από δική του πρόσκληση, πρόσκληση συγκρατημένης απελπισίας:

«Ελάτε να τα δείτε, δεν υπάρχει κανείς εδώ να μιλήσω για ζωγραφική!»

Μας περίμενε μπροστά στο Ξενοδοχείο–Εστιατόριο–Καφετερία, στην είσοδο της πόλης.

Καθίσαμε έξω, ο καιρός ήταν φιλικός και απολαμβάνοντας έναν καφέ μετά το ταξίδι -τότε διαρκούσε αρκετά-  αναζήτησα με το βλέμμα μου τον ορίζοντα όπως κάνουν οι άθρωποι όταν βρίσκονται μακρυά από τις μεγάλες πόλεις.

Ορίζοντας όμως, δεν υπήρχε. Ένα βουνό άρχιζε αμέσως μετά την άσφαλτο, από την άλλη μεριά του δρόμου.

Κλειστό το τοπίο! Κλειστός και ο καλλιτέχνης!

Από το Παρίσι, όπου ο πατέρας του τον έστειλε στα δεκαοκτώ του, απαλλάσσοντάς τον έτσι από τις στείρες εισιτήριες εξετάσεις των Ελληνικών Σχολών Καλών Τεχνών, οι οποίες -χρησιμοποιώντας μίζερα κριτήρια- δίνουν τη δυνατότητα σε ορισμένους να σπουδάσουν τέχνη και σε άλλους όχι, αυτό το βουνό, ο Ντιος το κουβαλάει μαζί του. Το ορθώνει σαν τοίχο -όποτε αποφασίσει- για να ζωγραφίσει απερίσπαστος.

Δεν ενδιαφέρεται για το τι υπάρχει πίσω από αυτό, αποδοχή –σοφή, άραγε;- ενός στενού περάσματος, που ναι, δεν έχει χώρο για φιέστες και για εκδηλώσεις που συγκεντρώνουν κόσμο.

Μετά από τόσα χρόνια φιλίας με τον Κ.Ν. και αγνοώντας για λίγο την βεβαιότητα του αγαπημένου μου Πωλ Βαλερύ, ότι «Ο λόγος δεν είναι ικανός να ξετυλίξει όλη την προλυπλοκότητα του ανθρώπου», αποπειρώμαι να φτιάξω  -χρησιμοποιώντας λέξεις αντί για χρωματικές κηλίδες- το πορτρέτο αυτού, του sui generis και λίγο απρόβλεπτου -σαν τις κινήσεις του- καλλιτέχνη.

Ποιος είναι λοιπόν ο Κ. Ντιος ;

Ένας αποσυρμένος που ψιθυρίζει: «Eίναι τόσο όμορφα παράμερα!» όπως ο Ρ. Βάλζερ;

Ένας μοναχικός λύκος; Ένα αγρίμι με τρυφερή καρδιά που φοβάται τη μεγάλη πόλη; Λίγο απ’ όλα ίσως! Και κυρίως το τελευταίο! Γιατί ξέρει ότι οι μεγάλες πόλεις προσφέρουν περισσότερα, απορροφούν όμως και περισσότερο χρόνο και ενέργεια από τη ζωή μας. Δεν θέλει να σπαταλήσει το χρόνο του σε μετακινήσεις με λεωφορεία, μετρό ή άλλο μέσο. Ένας από τους λόγους, ο λόγος, ίσως, που τον κράτησε στην Κοζάνη και δεν προσπάθησε ποτέ να μετακινηθεί σε ένα λίγο μεγαλύτερο κέντρο, τη Θεσσαλονίκη –ας πούμε.

Κι όμως, έχει κι εκεί μπύρες που τις λατρεύει!

Προφανώς, με τον καιρό έχει βρει εδώ, κάποιους συνομιλητές. Η αποψινή βραδιά το αποδεικνύει, εξάλλου.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας, υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος οφείλει να πάρει σημαντικές αποφάσεις όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για τους άλλους, για μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων και σπανιότατα -συμβαίνει όμως- για ένα ολόκληρο έθνος.

Είναι οι στιγμές που ο άνθρωπος συνδιαλέγεται με την Ιστορία.

Ο Κώστας Ντιος συνδιαλέγεται με την Ιστορία της Τέχνης! Διαρκώς!

Απέναντί του, είναι μόνο η Τέχνη και η Ιστορία της! Τη γνωρίζει καλά, έχει ταξιδέψει, έχει δει, έχει σκεφτεί. Ξέρει τα παραλειπόμενα και σκαρώνει γοητευτικά κείμενα, ανακατεύοντας τα πρόσωπα και τις εποχές.

Ο Ντιος είναι ένα σπάνιο είδος καλλιτέχνη, που αγαπάει την Τέχνη,  περισσότερο από τη δική του τέχνη.

Γιατί, πριν από καλλιτέχνης, είναι φιλότεχνος.

Η αποδοχή, η επιβράβευση, δεν τον ενδιαφέρουν, ίσως ούτε καν η ευρεία επικοινωνία.  Ανταγωνισμός με τους ομοτέχνους του; Δεν ξέρει τι σημαίνει αυτό!

Ενίοτε άνισος, υπογράφει από παρορμητικές παθιασμένες σημειώσεις –εν είδει ψυχοθεραπείας- μέχρι μουσειακά έργα.

Αδιαφορεί για το μέλλον του έργου που μόλις έχει τελειώσει, ποιος θα το πάρει, σε ποιον χώρο θα εκτεθεί!

Το δράμα, παίζεται μέχρι τη στιγμή που θα βάλει την υπογραφή του -αν το θυμηθεί κι αυτό. Και παίζεται με πάθος!

Αυτό το πάθος που υπηρετείται από αδιαμφισβήτητη ευχέρεια και υπαγορεύεται από αδιαπραγμάτευτη επιταγή, καταπίνει οποιαδήποτε άλλη ανάγκη αισθάνεται ένας «φυσιολογικός» καλλιτέχνης.

Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη ταλέντο γιατί διατηρώ τις ενστάσεις μου για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Το ταλέντο είναι η ευχέρεια, η ευκολία που έχει ένας καλλιτέχνης, όμως χρειάζεται κι άλλου είδους επένδυση στην τέχνη.

Το ταλέντο, από μόνο του, δεν αρκεί.

Απαραίτητο να συνοδεύεται από γνώση του αντικειμένου και από αγάπη και αφοσίωση σ’ αυτό, σε συνδυασμό με μια γενναία δόση ιδεών και συναισθημάτων που διαμορφώνουν, όλα μαζί, το εικαστικό διακύβευμα.

Διαφορετικά, το ταλέντο, η ευχέρεια δηλαδή, μπορεί να παγιδέψει τον καλλιτέχνη σε μια ζωγραφική εγκλωβισμένη στην επίδειξη δεξιοτεχνίας και στον γλυκό εφησυχασμό του ναρκισσισμού!

Αυτά όμως, συμβαίνουν σε άλλους, εμείς, εδώ, μιλάμε για τον Κώστα Ντιο.

Για ποια επίδειξη; Για ποιον ναρκισσισμό; Για ποιον εφησυχασμό;

Αυτά δεν τον αγγίζουν. Ο Ντιος δεν εγκλωβίζεται σ΄ αυτά! Γιατί απλά, του είναι ξένα. Υπάρχει μόνο η βάσανος του «πρέπει να γίνει».

Ανάγκη ανικανοποίητη. Ανάγκη επιτακτική. Ανάγκη καθημερινή.

Να ζωγραφίσει. Με την απίστευτη ευχέρεια που διαθέτει, εγκλωβίζοντας μέσα στις βιρτουόζικες πινελιές του, ιδέες, συναισθήματα και την ολοφάνερη λατρεία και γνώση για ότι προηγήθηκε επάνω στο τελάρο, στην καταγεγραμμένη ιστορία της περιπέτειας της Τέχνης.

Μήπως όμως εδώ, θα ταίριαζε η λέξη ταλέντο;

Ντιέ μου, θέλω να σου χαρίσω αυτή τη λέξη, με αγάπη και συγκίνηση και επειδή δεν την χρησιμοποιώ, είναι άφθαρτη και σε κατάσταση εξαιρετική!

Δεν ξέρω κανέναν άλλον σαν εσένα, για να την χαρίσω.

 

Τέτα Μακρή, Μάρτιος 2018

 

  •  Ο ΚΩΣΤΑΣ ΝΤΙΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΝΤΙΟ ή “Περί λύχνων αφάς”

Γράφω για τον Κώστα Ντιό, γιατί μου είναι επιθυμητή, αλλά και αναγκαία, η ανάκληση μιας εύφορης πνευματικής ανθοφορίας που αισθάνομαι να εκλύεται ανεπιτήδευτα από το θερμοκήπιο των εικαστικών του καλλιεργειών, ως διακριτικά ευανάγνωστα διακριτή πεμπτουσία μιας έσχατης συγνωστής ακτημοσύνης εγκόσμιου αναχωρητισμού, ώστε να συντηρεί με ευδιάκριτη παρρησία (δήθεν) ανερμάτιστου ανδρός το ακριβό έρμα του βασιλικού του πολτού στην κυψέλη των ποικίλων αμφιβολιών του, συνώνυμων μιας, κατ’ εξοχήν, διανοούμενης -λόγω και έργω- γεωργικής αντίληψης περί των εκφάνσεων της δημιουργικής έκφρασης σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές της.

Είναι κλητός στη ζωγραφική ο ευσταλής στην ονομαστική του παρουσία Κώστας Ντιός και μου αρέσει αυτή η εντόπια γραμματική διαμαρτία στη σιατιστινή εκφορά της γενικής κλίσης του οικογενειακού του επιθέτου: του “Ντιό”, αφ’ ενός γιατί, απ’ όσο ξέρω, απεχθάνεται αυτός τις γενικές διδακτικές αρχές περί την τέχνη και όλες τις γενικότητες συλλήβδην, ενδεχομένως όμως και γιατί αισθάνεται αρκούντως πληρωμένος με όσες ανεξιχνίαστες γονιδιακές καταθέσεις εισέπραξε αβιάστως, ως γιος ενός πατέρα που δεν ευτύχησε να δει τα εικαστικά του όνειρα να δραπετεύουν από τη μαθητεία του δίπλα στον Ιακωβίδη και με την ανθηρή, μάλιστα, συντροφικότητα ανήσυχων σπουδαστών στα τότε χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπως, ο Τάσσος αίφνης, ή και η Βάσω Κατράκη, αλλά και άλλοι περιώνυμοι συνομήλικοί του, μέσα στις δυσπραγίες των μεταγενέστερων χρόνων. Έστω.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων και, παρότι με θεμελιωμένα τα, κατά τις επίσημες εγκυκλίους του ΙΚΑ, προβλεπόμενα συντάξιμα χρόνια -μόλις και μετά βίας προσεγγίζοντας ο βλαξ τα κατώτερα όρια σε ένσημα- εντούτοις, δεν δύναμαι να διεκδικήσω τα αναλογούντα εύσημα, προκειμένου να καταθέσω ο ανεπρόκοπος, έναν εύληπτα συμπυκνωμένο στα ελάχιστα της γλώσσας, ευκρινώς διατυπωμένο ορισμό, περί  του τι είναι, επιτέλους, αυτό που λεν πως, τάχα, είναι η ζωγραφική, όχι ως τίποτε περισπούδαστο επινόημα γνωστικής υπεροψίας, αλλά ως ζέον εργαλείο εύχρηστο για όσα καθημερινά μας επισυμβαίνουν, με τη βεβαιότητα ότι, εντέλει, σου είναι παντελώς αχρείαστο, χρειαζούμενο όμως ενδεχομένως για τη στοιχειωδώς υποτιθέμενη συνεννόησή μας στις καθ’ ημέραν,ατελέσφορες εν πολλοίς, εικαστικές συναλλαγές μας, ακόμα-ακόμα, σαν ένα άτεχνο συμπύλλημμα, βρε αδελφέ, με ερανείσματα, τήδε κακείσε, αλιευμένα από την πλήθουσα περί ζωγραφικής ημεδαπή και αλλοδαπή εικαστική βιβλιογραφία, δεν τα κατάφερα, παρ’ όλα αυτά, να συγκροτήσω έναν αυτού του επιπέδου, επιτέλους, ορισμό, κάτι σαν τυφλοσούρτη, τουλάχιστον για εκείνη τη ζωγραφική μεριμνώντας, στην οποία υποτίθεται ότι, επί έτη και έτη, δαπανούμαι, επιδιδόμενος σε “Ασκήσεις επί αμμοδόχου”, μήπως και αποκρυπτογραφηθώ μέσα από τα δυσανάγνωστα χειρόγραφα των απροσπέλαστων κωδίκων εκείνων των γεωργικών βιβλιοθηκών της πατρίδας, που δεν χαρτογραφήθηκαν εισέτι...

“πατρίδα, πικραμύγδαλο πατρίδα,

μια μέρα σαν τον ήλιο σου δεν είδα...”

Ενώ, δεν θέλω να παραληφθώ ούτε και από τις νοσταλγικές, κατά Ταρκόφσκι, μυστικές συνευρέσεις μου σ’ εκείνες τις, εν παρατάξει κατά πρόσωπον, σκοτεινιασμένες όψεις των αυστηρών αγίων της ευκλεούς παράδοσής μας, που εγκαταβιούν, ανέκαθεν μοναχικοί, ενώπιος ενωπίω, στα μαυρισμένα εικονοστάσια από τους παντοειδείς ρύπους των περιέργων χαλεπών περιστάσεων του τόπου και του χρόνου, αλλά και από τα εύοσμα ανατολίτικα λιβάνια που εισχωρούν ανακουφιστικά εντός μας, περιχωρούμενα με τις εσπερινές οσμές από αυθεντικά  κεριά διαπρεπών ανώνυμων κηροπλαστών, χωρίς και να μας διαφεύγουν οι, εντωμεταξύ, επισυμβάντες βανδαλισμοί από τα εμφύλια πάθη αδύναμων συνανθρώπων, βεβηλώνοντας καθαγιασμένα ενδιαιτήματα της πίστης ταπεινών συμπολιτών μας...

Έστωσαν και αυτά, δικά μας πάθη ήταν.

Αυτός ο τόπος, αυτοί οι άνθρωποί μας και αυτά τα έργα των παθών μας που, συμποσούμενα ατάκτως ερριμμένα στον κοινό κορβανά, συναρθρώνουν τους ακριβείς δείκτες που συγκροτούν τα εκάστοτε μεγέθη του, κατά κεφαλήν, Ακαθάριστου Εθνικού μας Προϊόντος.

Τουτέστιν, ο λόγος περί πάθους, αφήνοντας κατά μέρος τους περιπαθείς εραστές των λεγομένων καλών τεχνών και των γραμμάτων να ευτελίζονται ακκιζόμενοι, κολυμπώντας σε ασφαλείς άβαθες πισίνες...

Εδώ, εμείς μιλάμε για τους αναστενάρηδες, παιδιά, και τους πυροπαθείς εγκαυματίες, τουλάχιστον τρίτου βαθμού και περιπλέον, ασκούμενοι να πυροβατούν τον βίο τους αυτοί σε βάτους φλεγομένους και μηδέποτε καιομένους, που έλεγαν οι Παλαιές Γραφές, ως Διαθήκες.

Γι’ αυτού του είδους τα ευγενή θηράματα της εικαστικής πανίδας σας μιλώ, που δεν φοβούνται ακόμα και να κατασπαραχθούν πέφτοντας οικειοθελώς στο λάκκο των λεόντων. Τρόφιμος και εγώ αυτής της συνωμοταξίας, ως κατ’ οίκον διδαχθείς, αφού προηγουμένως διήκουσα επιμελώς τα περί της αγροτικής μου μαθητείας περισπούδαστα εντρυφήματα, εισχωρώντας ή, νομίζοντας ότι εισχωρώ, ο βλαξ, σε ανερμήνευτες διδαχές σιωπηλών δασκάλων, όπου συχνά προσέρχομαι παντελώς απαράσκευος, ο πένης, μη και τυχόν απαλυνθεί ο αναγκαστικός συμφυρμός με τα ποικιλώνυμα μιλέτια μιας αγοραίας εκδοχής της, ούτω πως νομιζομένης, δημιουργικής έκφρασης δήθεν, ανυπεράσπιστος καθ’ ολοκληρίαν -παρότι όφειλα να είμαι προϊδεασμένος- ένας χειρώνακτας των αισθήσεων, μάλλον, εγώ, παρά των εμπραγμάτων διεκδικήσεων που απαιτούν για λογαριασμό τους οι εγγεγραμμένοι υπήκοοι σε επετηρίδες που συντηρούν μετά μανίας οι επηρμένοι γνωσιοθήρες των φραπέδων και των ανέραστων “σινιέ” συναναστροφών της μιας νυκτός, αναλισκόμενοι να ελεημονούν απεγνωσμένα, οι ανεκδιήγητοι, την κραυγαλαία ένδειά τους, γι’ αυτό και είπα να πάρω τα βουνά εξοικειωμένος, άλλωστε, παιδιόθεν με τις βροντές και αστραπές που κατεβάζει έως τα μέρη μας, στις παρυφές των Κρουσίων, ένας μυστηριώδης Γίργιλας, σαν Τελαμώνιος μύθος, όπως, επίσης, και με τα προσχωσιγενή μαλάματα των κοιτασμάτων του έκπαλαι ποταμού Εχεδώρου, αυτόν που ως Γαλλικό γνωρίζουν οι μεταγενέστερες γενιές, βλέποντας να μας διασχίζει από τα βόρεια-βορειοανατολικά του νομού Κιλκίς και να εκχύνεται νωθρός στο Θερμαϊκό κόλπο της Θεσσαλονίκης. Προς τι, αυτά. Μα, για ζωγραφική μιλάμε, επιτέλους.

Είπα, λοιπόν, να πάρω τα βουνά -αφού δεν πρόλαβα να τα πάρω όταν με χρειαζόταν, να πάρω τα βουνά στρεφόμενος προς τις βορειοδυτικές κλεισούρες της Μακεδονίας καθοδηγούμενος από ένα πολιτικό και γεωφυσικό χάρτη των αδελφών Φαλτάιτς και επωχούμενος πάνω σ’ ένα λησμονημένο κάρο που το έσερναν τα νυσταγμένα βόδια του Βοόζ, απ’ τα χωριά της Παλαιάς Διαθήκης ή καταγωγή του.

Έτσι συμβαίνει και εισβάλλω ανενόχλητος, ωσάν αίλουρος, άξιος απόγονος των παρακείμενων αρχαίων Ιλλυρίων, καταρρακώνοντας τα αφύλακτα περάσματα προκειμένου να εισπηδήσω ακμαίος μες στα πνευματικά όρια της Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης μια Κυριακή πρωί, του έτους που δεν αναγράφεται σαφώς στο εορτολόγιο της τοπικής εκκλησίας, καθ’ όσον ακούστηκε ότι εκεί διακονεί την τέχνη του ένας παντάπασιν άγνωστος μαθητής της τρίτης τάξεως του γυμνασίου που, ως Κώστα Ντιό επρόφεραν το περίεργο επώνυμό του οι παρευρισκόμενοι σιατιστινοί, συμμέτοχοι των ζωγραφικών γυμνασμάτων του σε μια ομαδική έκθεση εντόπιων ζωγράφων που, φύρδην-μύγδην, ως συνήθως, ήταν τα έργα τους ατάκτως παρουσιασμένα στην αίθουσα του Δημαρχιακού Μεγάρου της Σιατίστης, διεκδικώντας την κρίση των συμπολιτών τους.

Τότε πρωτοσυνάντησα τον Κώστα Ντιό, σαν ένα πουλάκι μιας άλλης συνωμοταξίας και, έκτοτε, αφήνω ψίχουλα στο μαξιλάρι μου, να έρχεται συχνά στα όνειρά μου.

Χωρίς να το διαλαλεί, είχε, εντούτοις, πλήρη συνείδηση της ζωγραφικής ουσίας, εξ ενστίκτου, με τόση ωριμότητα μάλιστα, ώστε να αμφιβάλλει για τις επιτυχείς επιδόσεις του στο, έτσι κι αλλιώς, περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον της Σιατίστης, όταν, παρ’ όλα αυτά, τόνοι ολόκληροι ζωγραφικής σε ευτελή χαρτιά της μπακαλικής και των κρεοπωλών, όπως και άθλια χαρτοκούτια από γάλατα, ή παραπεταμένα από τους σιατιστινούς ξυλουργούς ακανόνιστα ρετάλια κόντρα πλακέ και νοβοπάν, μαρτυρούν το πάθος του για τη ζωγραφική, έστω κι αν ασφυκτιούσε σ’ εκείνο το δωμάτιο που του παραχώρησαν πλουσιοπάροχα οι δικοί του, για να εναποθέτει ο Ντιός τα ανυστερόβουλα περί την ζωγραφική όνειρά του.

Τα προγενέστερα, τα καθ’ οδόν και τα εκ των υστέρων, είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, αυτό που λέμε αναγκαστικές διαδικασίες εγκύκλιων σπουδών, χρειαζούμενες τόσο, όσο για να ανακτάς δυνάμεις να τις υπερβαίνεις, ασκούμενος κατ’ ιδίαν, στο να διεκδικείς το μερτικό σου από τα ελάχιστα των ελαχίστων που, ως στάγδην αποστάγματα σου προσφέρονται από τον άμβυκα των βασανιστικών ενασχολήσεών σου αποκλειστικά με την ζωγραφική, μέσα από αέναες μεταπλάσεις των ορατών και αοράτων, έως ότου γίνει ά ρ τ ο ς το ψωμί και σ ώ μ α των ευσταλών εμμονών σου, παλιομπαγάσα Κώστα Ντιό, σ’ εκείνες τις ορθρινές, ή και εσπερινές, -περί λύχνων αφάς- τελετουργίες των ωρών που εξωθούν σε απενενοημένα διαβήματα θυσιαστικών πράξεων, αρδεύοντας το έχει της καρδιάς σου με το ζείδωρο λιαστό κρασί της Σιατίστης,

έτσι, “εις οσμήν  ευωδίας πνευματικής”, αλλά και “υπέρ ευκρασίας αέρων, ευφορίας των καρπών γης και καιρών ειρηνικών”, Κωνσταντίνε, όπως εύκρατα, εύφορα και ειρηνικά είναι τα έργα των χεριών σου και, καθώς μου διαφεύγουν τα αγοραία αξιολογικά κριτήρια στην κλίμακα της ζωγραφικής, κατ’ ευθείαν στα αχειροποίητα ζωγραφικά σου έργα παραπέμπω τους όσους μανιώδεις εραστές της τέχνης σου, Κώστα Ντιό, τουλάχιστον, τους αυστηρούς εκείνους που έχουν, ακόμα, μάτια και ακούν, που έχουνε αυτιά και βλέπουν, μήπως και, δι’ αυτεπικονιάσεως, έχουμε καλύτερες σοδειές στο μέλλον.

 

Κώστας Λαχάς

 

 

  • Το βλέμμα κλέϕτης, το χέρι δωρητής  ‘’Στα κρυϕά ϕεύγω, μ’όλα τα κλοπιμαία  στο νου μου’’

           Οδυσσέας Ελύτης (Δυτικά της λύπης) 

Επιδέξια, ρωμαλέα, ανήσυχα, τρυϕερά, ηδονικά, τα ζωγραϕικά  επιχειρήματα του Κώστα Ντιό συνηγορούν υπέρ μιας συγκίνησης, η πηγή της  οποίας βρίσκεται στην υψηλή ζωγραϕική  των μεγάλων δασκάλων. Η εικαστική  πραγμάτευση των θεμάτων του, αλλά και τα θέματά του αυτά καθεαυτά, αντλούν τη δυναμική τους από την  Ιστορία της Τέχνης, συνδιαλέγονται με κορυϕαίες στιγμές της, αναμετριούνται και κατευθύνονται προς μιαν επανοργάνωση της εικόνας, ως ‘’ιερό’’ αντικείμενο προορισμένο όχι για τη λατρεία αλλά για τους κραδασμούς, τις δονήσεις και τις εντάσεις μιας αποκαλυπτικής συνομιλίας με τον μύχιο τόπο της ύπαρξης. Ο ‘’θρησκευτικός’’ θεματικός πυρήνας μεταϕέρεται και αντιστοιχεί σ’ένα καθημερινό άβατο, προσπελάσιμο και απαγορευμένο ταυτόχρονα, καθώς ο καλλιτέχνης γεωγραϕεί τις άγραϕες περιοχές του νοητικού και συναισθηματικού του πεδίου, οριοθετώντας τες με ερεθίσματα/αιχμές της εμπλοκής του με το εικαστικό γίγνεσθαι ανά τους αιώνες.

Ο Greco, ο Velasquez, ο Rembrandt, ο Vermeer, ο Van Gogh…ομοδικούν προκειμένου ο Ντιός να κερδίσει την εντελή αποτύπωση της αγωνίας του να υπάρξει στον εικαστικό χώρο ως μαθητής, συγκινημένος μαθητής, εκείνων που αποϕάσισαν τα όρια και τους όρους της τέχνης που διακονεί.

Επισκέπτης μουσείων (με το ϕόβο, το δέος και την τόλμη του εσαεί μυούμενου), ϕανατικός της όρασης (ως πρώτης δοκιμής της μνήμης), εμμανής της προοπτικής (ως μόνης δυνατότητας χωροταξίας της συγκίνησης) ο Κώστας Ντιός επανέρχεται συνεχώς στους μεγάλους μετρ του τελάρου, χρησιμοποιώντας τα έργα τους ως παραθέματα και στίξεις του προσωπικού του εικαστικού ημερολογίου. Για τη σύνταξη ενός τέτοιου κειμένου ιδιωτικών αιτίων και δημόσιας έκθεσης, ο ζωγράϕος επιστρατεύει όλη του τη γνώση αλλά και όλη του τη δυνατότητα να ξεχνάει τη γνώση αυτή χάριν της αθώας χειρονομίας που θα του επιτρέψει να επεξεργαστεί την παρθενική του εντύπωση και να μεταϕέρει κάτι από την αίσθηση του κλονισμού, που του δημιούργησε ο εναρκτήριος εικαστικός λόγος των κλασικών ομοτέχνων του. Καταλήγει έτσι σε μιαν αυτάρκη πραγμάτευση του έργου που σχολιάζει, σ’ένα αυτόϕωτο δημιούργημα, προίκα και δωρεά του βλέμματος. 

Τοπία που νοσταλγούν πανσέληνες νύχτες, άτακτα, ατημέλητα εσωτερικά εργαστηρίων, ψάρια-θηράματα, τρίο γυναικών και ντουέτα ανδρών (διπλές και τριπλές εκδοχές του πορτρέτου. Εντατικό, διάχυτο ϕως και σκιές μια ανάσα πριν το σώμα, γαιώδεις αποχρώσεις) σπαράγματα της διάρρηξης ενός θερμού κόκκινου… Προϕανή και υπονοούμενα, ρητές και άρρητες μήτρες μορϕών, ολοκληρωμένες παραστατικές δράσεις και ημιτελείς αϕηρημένες παύσεις, ορίζουν ισότιμα τα σημεία ενός πολύπτυχου συστήματος αναϕοράς, υπογραμμίζοντας εκείνο που συνεχώς διαϕεύγει από την αϕύλακτη διάβαση του βλέμματος και ανθίζει σε ανύποπτο χρόνο, στον γυμνό χρόνο της ανάμνησης του πίνακα.

Το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Πευματικότητα και λυρισμός, ρυθμός και κίνηση, θέρμη και πάθος. Μια δεξιοτεχνικά ενορχηστρωμένη συμϕωνία δοξαστική της ζωγραϕικής, μια διαυγής σκηνοθεσία του εσωτερικού της νύχτας όπου ο σπασμός της συγκίνησης επανέρχεται συνεχώς με την οξύτητα ενός κρυστάλλινου ψιθύρου και η σκηνή μετατοπίζεται ανεπαίσθητα προς έναν ου-τόπο, θρίαμβο του ϕανταστικού, καθώς οι έννοιες χώρος και χρόνος, μη έχοντας συγκεκριμένη αναϕορικότητα, επανορίζονται από το βλέμμα του θεατή. Ο τελευταίος αναχωρεί από το έργο έχοντας βρει εκείνον τον μίτο που θα του επιτρέψει ν’αναζητήσει την ομορϕιά χωρίς το ϕόβο του λαβυρίνθου ή, καλλίτερα, συμμαχώντας με το ϕόβο αυτό, θερμομετρώντας τον πυρετό της γοητείας του. Είναι ένα δώρο του καλλιτέχνη αυτός ο μίτος, γιατί ο Κώστας Ντιός είναι ένας γενναιόδωρος καλλιτέχνης. Τα εκθαμβωτικά επεισόδια μιας ονειρικής και ταυτόχρονα εν εγρηγόρσει αλληγορίας που βλέπουμε μπροστά μας, οι στροϕές και οι αντιστροϕές της ποιητικής του εικονοποιίας, οι τρυϕερές αμυχές που μένουν μετά τη συμπλοκή του με τις προγονικές σκιές των δασκάλων του, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, πως εδώ, σ’αυτά τα τελάρα, η ζωγραϕική αποκτά τις διαστάσεις μιας τελετουργίας μύησης στο βάθος των πραγμάτων.

Το θρόισμα που ϕτάνει στ’αυτιά μας, κοιτώντας, δεν είναι παρά η άκρη μιας παλιάς προσευχής: ‘’βοήθησέ με αϕανές να σε ϕανερώσω’’. Σε εποχές κουρασμένες από εικαστική ϕλυαρία, ο Ντιός έχει λόγο. Κι ο λόγος του λάμπει! 

Θάλεια Στεϕανίδου

Ιστορικός-Κριτικός Τέχνης

Θεσσαλονίκη – Μάιος 2001